Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Ο Θάνατος του Σταυραετού...

Ο θάνατος ενός εκλεκτού ανθρώπου με ισχυρό και πειστικό λόγο για τα τοπικά δεδομένα όπως του Θανάση Κατσακιώρη ασφαλώς και δεν πέρασε απαρατήρητος.
Αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στους κόλπους της μικρής κοινωνίας του χωριού μας.
Προσηνής και συζητήσιμος με όλους και για όλα, και με μία διάθεση προσφοράς ανεξάντλητη.
Τις τελευταίες μέρες του, μέσα στους πόνους του μούχε πεί. Ρε Μάκη μάγκας ήμουνα σ' όλη μου τη ζωή και μάγκας θέλω να φύγω...
Και μάγκας έφυγε γιατί δεν έδωσε σε κανέναν δικαίωμα για σχόλια για το βάσανο που περνούσε...
Κανείς μας δεν μπορεί να εκφράσει το μέγεθος της θλίψης του με πολλά λόγια... Γιατί απλά δεν υπάρχουν...
Καλό ταξίδι λοιπόν φίλε κι αδελφέ Θανάση εκεί πού πάς, μακριά από την δική μας καθημερινότητα και τις πολυποίκιλες μικροκακίες μας, και εύχομαι ο Χριστός να σ’ έχει μαζί Του στον ευλογημένο Του Παράδεισο…
Κλείνω με το ποίημα του Κώστα Κρυστάλλη ‘στον Σταυραετό’, γιατί μόνο σταυραετός μπορούσε να χαρακτηριστεί ο φίλος κι αδερφός Θανάσης...



Στ Σταυραητό
Του Κώστα Κρυστάλλη

π μικρ κι π᾿ φαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμ
μ τν καιρ κα δύναμη κι γέρα
κι
πλώνεις πχες τ φτερ κα πιθαμς τ νύχια
κα
μέσ᾿ στ σύγνεφα πετς, μέσ᾿ στ βουν νεμίζεις
φωλιάζεις μέσ
᾿ στ κράκουρα, συχνομιλς μ τστρα,
μ
τν βροντ ρωτεύεσαι, κι πιδρομς κα παίζεις
μ
τγρια στροπέλεκα κα βασιλι σ κράζουν
το
κάμπου τ πετούμενα κα το βουνο ο πετρίτες.

τσι γεννήθηκε μικρς κι πόθος μου στ στήθη,
κι
π᾿ φαντο κι π᾿ πλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, π
ρε φτερά, πρε κορμ κα νύχια
κα
μο ματώνει τν καρδιά, τ σωθικά μου σκίζει
κι
γινε τώρα πόθος μου ητός, στοιχει κα δράκος
κι
φώλιασε βαθι - βαθι μέσ᾿ στ᾿ σαρκο κορμί μου
κα
τρώει κρυφ τ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τν νιότη.

Μπεζέρισα ν περπατ στο κάμπου τ λιοβόρια,
Θέλω τ᾿ ψήλου ν᾿ νεβ ν᾿ ράξω θέλω, ητέ μου,
μέσ᾿ στν παλιά μου κατοικιά, στν πρώτη τ φωλιά μου,
Θέλω ν᾿ ράξω στ βουνά, θέλω ν ζάω μ᾿ σένα.

Θέλω τ᾿ νήμερο καπρί, τ᾿ ρκούδι, τ πλατόνι,
καθημερνή μου κι
κριβ ν τχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε α
γή, θέλω τ κρύο τ᾿ γέρι
ν
ρχεται π τν λαγκαδιά, σν μάνα, σν δέρφι
ν
μο χαϊδεύει τ μαλλι κα τ᾿ νοιχτά μου στήθη.

Θέλω βρυσούλα, ρεματιά, παλις γλυκές μου γάπες
ν
μο προσφέρνουν γιατρικ τ᾿ θάνατα νερά τους.
Θέλω το
λόγγου τ πουλι μ τν κελαϊδισμό τους
ν
μ κοιμίζουν τ βραδύ, ν μ ξυπνον τ τάχυ.
Κα
θέλω νχω στρμα μου, νχω κα σκέπασμά μου
τ
καλοκαίρι τ κλαδι κα τν χειμώ᾿ τ χιόνια.

Κλωνάρια π᾿ γριοπρίναρα, φουρκάλες π λάτια
θέλω ν
στρώνω στοιβανις κι πάνου ν πλαγιάζω,
ν
᾿ κούω τν χο τς βροχς κα ν γλυκοκοιμιέμαι.

π μερόδεντρον ητέ, θέλω ν τρώω βαλάνια,
θέλω ν
τρώω τυρ λαφιο κα γάλα π᾿ γριο γίδι.
Θέλω ν
᾿ κούω τριγύρω μου πεκα κι ξις ν σκούζουν,
θέλω ν
περπατ γκρεμούς, αϊδιά, ψηλ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερ
δεξι ζερβι ν βλέπω.
Θέλω ν
᾿ κούω τ νύχια σου ν τ τροχς στ βράχια,
ν
᾿ κούω τν γρια σου κραυγή, τν σκιο σου ν βλέπω.
Θέλω, μ
δν χω φτερά, δν χω κλαπατάρια,
κα
τυραννιέμαι, κα πον, κα σβυιέμαι νύχτα μέρα.

Παρακαλ σε, σταυραητέ, γι χαμηλώσου λίγο
κα
δσ᾿ μου τς φτερογες σου κα πάρε με μαζί σου,
πάρε με
πάνου στ βουνά, τ θ μ φά κάμπος!