Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Η βόμβα του Κορδελιού

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΟΣΕΣ ΑΚΟΜΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ
Η ιστορία της βόμβας του Κορδελιού - Ποιος την έριξε και γιατί
Πως βρέθηκε εκεί η βόμβα του Κορδελιού; Γιατί βομβαρδίστηκε η συγκεκριμένη περιοχή το 1943;

Το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 1943 τα εγγλέζικα - συμμαχικά αεροπλάνα προφανώς από λάθος συντεταγμένες βομβάρδισαν αστικές περιοχές (μια απ’ αυτές και η περιοχή του Κορδελιού) κάτι που είχε ως επίπτωση περί τους 500 νεκρούς.
Είναι δε πολύ πιθανό ότι βρίσκονται ακόμα στο έδαφος της περιοχής και άλλες βόμβες σαν αυτή που ανακαλύφθηκε τυχαία. Άλλωστε ήταν συνηθισμένο φαινόμενο τότε κατά την διάρκεια των μαζικών βομβαρδισμών αρκετές από τις βόμβες να μην σκάνε και να χώνονται βαθιά στο έδαφος.
Η αλλοίωση του ανάγλυφου της περιοχής, οι βροχές, οι μετατοπίσεις χώματος, η οικοδόμηση, όλα αυτά ‘έκρυψαν’ ακόμα περισσότερο τα θανατηφόρα αυτά ‘απομεινάρια’ ενός πολέμου που δεν αγγίζει πλέον ως ανάμνηση τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά όπως φαίνεται ακόμα μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του.
Σίγουρα οι κάτοικοι του Κορδελιού ποτέ δεν θα πίστευαν, ότι θα αναγκάζονταν σε προσωρινή αλλά αναγκαστική εκκένωση των σπιτιών τους λόγω ενός γεγονότος το οποίο έλαβε χώρα 74 χρόνια πριν.
Από το 1943 άρχισαν τα εγγλέζικα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τις γερμανικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι και τον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.
Η μικροϊστορία της λογοτεχνίας και μάλιστα από συγγραφείς αυτόπτες και αυτήκοες ‘συμπληρώνει’ εντυπωσιακά την επίσημη ιστορία όπως αναφέρει και το Αθηναϊκό  & Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ – ΜΠΕ).
Μια αληθινή ιστορία επιβεβαιώνει τα ανωτέρω:
Σκότωσαν τον κόσμο στα κρεβάτια τους
«Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 1943. Ο καιρός είναι καλός. Χθες το βράδυ ενώ η ωχρά σελήνη εφώτιζε τα πάντα και ήταν πραγματικώς μαγευτική η βραδιά αντήχησαν αι τρομεραί σειρήναι. Εγώ δεν σηκώθηκα ποσώς…
Σχεδόν μαζί με τας σειρήνας ήρχισαν να πίπτουν βροχηδόν αντιαεροπορικά παντός διαμετρήματος, ως και πολυβόλα, διότι τα αεροπλάνα ήταν πολύ χαμηλά. Αλλά μετ’ ολίγον έλαμψε ο τόπος και τρομεροί κρότοι σαν εκρήξεις βομβών ηκούοντο επί ένα τέταρτον. Εμείς και όλος ο κόσμος βέβαια ετρομοκρατήθημεν.
Τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων. Περί ώραν 11 – 12  ηκούσθησαν και πάλιν αι σειρήναι, τίποτα όμως περισσότερον.
Την πρωίαν εμαθεύθη ότι εβομβάρδισαν όλην την περιοχήν από Κορδελιό, Εύοσμο, Νεάπολη, Συκιές, Βάρνα. Άπαντες συνοικισμοί – σχεδόν παραγκουπόλεις. Περί τους 500 ανέρχοντο οι νεκροί.
Οι φονιάδες γκρέμισαν τις παράγκες και σκότωσαν τον κόσμο στα κρεβάτια τους. Τα ερείπια μαρτυρούν περί της αναισχύντου ατιμίας που διεπράχθη από τους «φίλους» μας! (Γ. Ιωάννου «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» - «Κατοχικό ημερολόγιο»).
Γυάλιζαν οι λαμαρίνες και τις πέρασαν για θάλασσα
«Γυάλιζαν οι λαμαρίνες στους συνοικισμούς τη νύχτα και τις ανταύγειες από τις σκεπές τις εξέλαβαν οι Εγγλέζοι πιλότοι των βομβαρδιστικών για θάλασσα, για το λιμάνι και τις επιταγμένες από του γερμανούς αποθήκες κι έτσι άρχισε ένας ανελέητος βομβαρδισμός… ήταν 5 Δεκέμβρης του 1943, βράδυ Κυριακής, όταν τα συμμαχικά αεροπλάνα έκαναν αυτό το φρικαλέο λάθος…» λέει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο λογοτέχνης Περικλής Σφυρίδης (83 ετών σήμερα) και μόλις 10 το βράδυ εκείνο που οι Εγγλέζοι άφησαν από λάθος τα συμμαχικά τους «δώρα».
Αυτό το πανδαιμόνιο θα κράτησε κάνα εικοσάλεπτο, όταν ένα αεροπλάνο, σφυρίζοντας πάνω απ’ τα κεφάλια μας, έριξε μια υπέρλαμπρη φωτοβολίδα που έκανε τη νύχτα μέρα, και αμέσως, ως δια μαγείας, σταμάτησε ο βομβαρδισμός κι απομακρύνθηκαν τα «συμμαχικά» αεροπλάνα αφήνοντας πίσω τους κόλαση… εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι η φωτοβολίδα βοήθησε τους πιλότους ν’ αντιληφθούν το λάθος τους και να συνεχίσουν τον βομβαρδισμό στο λιμάνι που βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης…
«Το πρωί ξυπνήσαμε νωρίς από κλάματα, τον θρήνο μιας ολόκληρης γειτονιάς. «Ευτυχώς που οι Πόντιοι έλειπαν», είπε ο πατέρας, και αναφερόταν στους γείτονες μας. «Είχαν γάμο κι ύστερα τραπέζι σε ταβέρνα στις Συκιές», τον πληροφόρησε η μάνα, αλλά σε λίγο ακούστηκαν σπαραχτικές κραυγές απ’ τα απέναντι σπίτια των Ποντίων, γιατί μια οβίδα έσκασε πάνω στη συγκεκριμένη ταβέρνα όπου γλεντούσαν κι έπεσε η πλάκα, η οροφή, και σκότωσε πολλούς, τους περισσότερους απ’ τους θαμώνες, μαζί με τη νύφη και το γαμπρό.
Ανάμεσα στα θύματα ήταν και η Σεβαστή με την αδερφή της Ανθούλα, δυο ψηλές και γεμάτες κοπέλες, που όταν ήμουν μικρός, αλλά και αργότερα, με έπαιρναν συχνά αγκαλιά στα αφράτα τους μπράτσα. Είχε σωθεί μόνον ο αδελφός τους ο Ανδρέας, που μαζί με άλλους προσπαθούσαν όλη νύχτα με κασμάδες και φτυάρια, να ξεθάψουν τους πλακωμένους.
Όταν έφεραν τα κορίτσια στο σπίτι πάνω σ’ ένα κάρο, ο Ανδρέας δεν ξεκολλούσε από πάνω τους. Έκλαιγε, χτυπιόταν και καταριόταν τους Εγγλέζους, αυτός που μισούσε τους Γερμανούς και ξέραμε ότι ήταν οργανωμένος και τους πολεμούσε. Οι γονείς τους γέρασαν ξαφνικά μεμιάς, δυο χούφταλα που μαράθηκαν πάνω σε δυο σκαμνιά, δίπλα στα φέρετρα, κι έκρυβαν το πρόσωπό τους με τα χέρια κι άλλοτε τραβούσαν τα μαλλιά τους.
Οι δικοί μου όλοι είχαν αμέσως τρέξει στο σπίτι των κοριτσιών για να συμπαρασταθούν στους επιζήσαντες. Έτσι βρήκα την ευκαιρία να βγω έξω να δω τι είχε γίνει, τη συμφορά με τα δικά μου μάτια. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πρωινό με ήλιο, έναν ήλιο που δάγκωνε, αφού το κρύο ήταν τσουχτερό και υπήρχαν λίγα χιόνια στις παρυφές του δρόμου.
Τράβηξα προς τις Συκιές για να βρω την ταβέρνα που έγινε ομαδικός τάφος. Στην άκρη του δρόμου υπήρχαν κάποια πτώματα, ήταν οι νεκροί που δεν τους είχαν ακόμη αναγνωρίσει ή μαζέψει οι δικοί τους. Μα πιο πολλά, ανατριχιάζω ακόμα και τώρα που το γράφω, ήταν τα σκόρπια μέλη, χέρια και πόδια, αφού οι συγγενείς τους σήκωσαν τα πτώματα, αλλά ήταν νύχτα ή χρόνος χαμένος για να ψάξουν για τα μέλη που έλειπαν. Τη μνήμη μου καίει ακόμα ένα ποδαράκι που φορούσε ένα καινούργιο παιδικό παπούτσι.
Παρότι ήμουν συνηθισμένος από νεκρούς, όπως άλλωστε κι όλα τα παιδιά της Κατοχής, που είχαμε δει αρκετούς σκοτωμένους ή πεθαμένους από πείνα, αυτή η μαζική δολοφονία - τι τραγικό, από λάθος!» (Περικλή Σφυρίδη "Ψυχή μπλέ και κόκκινη" σελ. 93-94 "Βιβλιοπωλείον της Εστίας ) .
 «Οι νεκροί θάφτηκαν άρον-άρον...Λίγες μέρες μετά τελέστηκε μνημόσυνο τους στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας .Παρέστη μάλιστα και ο Γερμανός διοικητής της πόλης που συλλυπείται -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής τους οικείους των νεκρών και μιλά για..."αχρείους δολοφόνους..." Τόσο θράσος..» συνεχίσει στη διήγηση του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο συγγραφέας Περικλής Σφυρίδης.
Αναφορές στον «κατα λάθος» βομβαρδισμό της περιοχής κάνει στο μυθιστόρημα «Μεγάλη Πλατεία» και ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης Νίκος Μπακόλας.

Μια ακόμη βόμβα πάντως, της εποχής του Παγκόσμιου πολέμου (αγγλικής κατασκευής και ...άρα του ιδίου "λάθους" ) είχε αποκαλυφθεί και εξουδετερωθεί στην ίδια ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης πριν από 20 χρόνια.
Σύμφωνα με τηλεγράφημα του ΑΠΕ (Αριθμός Είδησης: 281985 της 15/3/1997):
Βόμβα αεροπλάνου από την εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια χωματουργικών εργασιών στα θεμέλια οικοδομής υπό ανέγερση στην περιοχή του Κορδελιού της Θεσσαλονίκης.
Η βόμβα, βάρους 200 κιλών, αποκαλύφθηκε ευτυχώς έγκαιρα και φυλάσσεται ήδη στην περιοχή από άνδρες της αστυνομίας, προκειμένου την ερχόμενη Τετάρτη να εξουδετερωθεί από ομάδα ειδικών πυροτεχνουργών που θα φθάσουν από την Αθήνα.
Είναι χαρακτηριστική η δήλωση ανωτέρου αξιωματικού της αστυνομίας, που υπογράμμισε πως αν η βόμβα, που παρά την εξωτερική οξείδωση που είχε υποστεί διέθετε τους πυροδοτικούς της μηχανισμούς και είχε εκραγεί, θα άλλαζε θέση ολόκληρος ο δήμος του Κορδελιού. 
Η βόμβα είναι αγγλικής κατασκευής και εντοπίσθηκε από τους εργάτες που εκτελούσαν χωματουργικές εργασίες στο οικόπεδο της οδού Μακεδονίας 23, στην περιοχή του Κορδελιού, στη Δυτική Θεσσαλονίκη.


Πάντως ο βομβαρδισμός αμάχων απ’ τους «φίλους μας & συμμάχους» δεν ήταν το μόνο έγκλημα πολέμου στην Ελλάδα κατά Ελλήνων πολιτών. Το είχαν πράξει και νωρίτερα οι Σύμμαχοι στον βομβαρδισμό του Πειραιά στις 11 Ιανουαρίου του 1944 όπου κατά πολλούς οι νεκροί άμαχοι έφτασαν μέχρι και τους 700 Πειραιώτες.